Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rastrear
01
εντοπίζω, ακολουθώ τα ίχνη
seguir la pista, el rastro o la ubicación de algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
rastreo
γ΄ ενικό πρόσωπο
rastrea
ενεστώτα μετοχή
rastreando
απλός αόριστος
rastreó
παθητική μετοχή
rastreado
Παραδείγματα
Los perros están entrenados para rastrear el olor de personas perdidas.
Τα σκυλιά εκπαιδεύονται να ιχνηλατούν τη μυρωδιά αγνοουμένων ατόμων.



























