Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rastrear
01
εντοπίζω, ακολουθώ τα ίχνη
seguir la pista, el rastro o la ubicación de algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
rastreo
γ΄ ενικό πρόσωπο
rastrea
ενεστώτα μετοχή
rastreando
απλός αόριστος
rastreó
παθητική μετοχή
rastreado
Παραδείγματα
La policía puede rastrear un teléfono móvil para saber su ubicación.
Η αστυνομία μπορεί να ιχνηλατήσει ένα κινητό τηλέφωνο για να μάθει τη θέση του.



























