Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rascar
[past form: me rasqué][present form: me rasco]
01
ξύνω
pasar las uñas o dedos sobre la piel para aliviar picor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
rasco
γ΄ ενικό πρόσωπο
rasca
ενεστώτα μετοχή
rascando
απλός αόριστος
me rasqué
παθητική μετοχή
rascado
Παραδείγματα
Se rascan las manos cuando están nerviosos.
Ξύνουν τα χέρια τους όταν είναι νευρικοί.



























