rastrear
rast
ˌrast
rast
rear
ˈɾeaɾ
rear
rasguear

Ορισμός και σημασία του "rastrear"στα ισπανικά

rastrear
01

εντοπίζω, ακολουθώ τα ίχνη

seguir la pista, el rastro o la ubicación de algo o alguien 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
rastreo
γ΄ ενικό πρόσωπο
rastrea
ενεστώτα μετοχή
rastreando
απλός αόριστος
rastreó
παθητική μετοχή
rastreado
Παραδείγματα
La policía puede rastrear un teléfono móvil para saber su ubicación. 

Η αστυνομία μπορεί να ιχνηλατήσει ένα κινητό τηλέφωνο για να μάθει τη θέση του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store