Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El rastrillo
01
τσουγκράνα, κηπουρική τσουγκράνα
herramienta con dientes usada para recoger hojas, nivelar tierra o arena
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rastrillos



























