Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sostener
01
κρατώ, υποστηρίζω
mantener algo en la mano, soportar un peso o mantener una idea o creencia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
sostengo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sostiene
ενεστώτα μετοχή
sosteniendo
απλός αόριστος
sostuvo
παθητική μετοχή
sostenido
Παραδείγματα
Sostienen la creencia de que todo tiene solución.
Κρατούν την πεποίθηση ότι όλα έχουν λύση.



























