sostener
Pronunciation
/sˌɔstenˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "sostener"στα ισπανικά

sostener
01

κρατώ, υποστηρίζω

mantener algo en la mano, soportar un peso o mantener una idea o creencia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
sostengo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sostiene
ενεστώτα μετοχή
sosteniendo
απλός αόριστος
sostuvo
παθητική μετοχή
sostenido
Παραδείγματα
Sostienen la creencia de que todo tiene solución.
Κρατούν την πεποίθηση ότι όλα έχουν λύση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store