Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sospechar
[past form: sospeché][present form: sospecho]
01
υποψιάζομαι, κατανοώ
pensar que alguien puede haber hecho algo malo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
sospecho
γ΄ ενικό πρόσωπο
sospecha
ενεστώτα μετοχή
sospechando
απλός αόριστος
sospeché
παθητική μετοχή
sospechado
Παραδείγματα
Ella empezó a sospechar cuando vio las pruebas.
Άρχισε να υποψιάζεται όταν είδε τα στοιχεία.



























