el sospechoso
sos
sos
sos
pe
pe
pe
cho
ˈʧo
cho
so
so
so
ciberacosobochornosobulliciosocontagioso

Ορισμός και σημασία του "sospechoso"στα ισπανικά

01

ύποπτος

persona que se cree o se supone que ha cometido un delito 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sospechosos
αρσενικό ενικό
sospechoso
θηλυκό ενικό
sospechosa
neutral form
persona sospechosa
Παραδείγματα
La policía arrestó al principal sospechoso. 

Η αστυνομία συνέλαβε τον κύριο ύποπτο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store