Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sosegado
01
ήρεμος
que está en un estado de tranquilidad o ausencia de agitación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más sosegado
συγκριτικός βαθμός
más sosegado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sosegado
αρσενικό πληθυντικό
sosegados
θηλυκό ενικό
sosegada
θηλυκό πληθυντικό
sosegadas
Παραδείγματα
Todo el lugar permanecía sosegado por la noche.
Ολόκληρο το μέρος παρέμεινε ήρεμο τη νύχτα.



























