ocasionar

Ορισμός και σημασία του "ocasionar"στα ισπανικά

ocasionar
01

προκαλώ

ser causa de un hecho, normalmente negativo o problemático
ocasionar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ocasiono
γ΄ ενικό πρόσωπο
ocasiona
ενεστώτα μετοχή
ocasionando
απλός αόριστος
ocasionó
παθητική μετοχή
ocasionado
Παραδείγματα
La enfermedad le ocasionó mucho sufrimiento.
Η ασθένεια του προκάλεσε πολλή ταλαιπωρία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store