Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ocasionar
01
προκαλώ
ser causa de un hecho, normalmente negativo o problemático
Παραδείγματα
La enfermedad le ocasionó mucho sufrimiento.
Η ασθένεια του προκάλεσε πολλή ταλαιπωρία.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
προκαλώ