Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ocasionar
01
προκαλώ
ser causa de un hecho, normalmente negativo o problemático
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ocasiono
γ΄ ενικό πρόσωπο
ocasiona
ενεστώτα μετοχή
ocasionando
απλός αόριστος
ocasionó
παθητική μετοχή
ocasionado
Παραδείγματα
La enfermedad le ocasionó mucho sufrimiento.
Η ασθένεια του προκάλεσε πολλή ταλαιπωρία.



























