Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ocasión
[gender: feminine]
01
περίσταση, κατάλληλη στιγμή
momento o situación adecuada para algo
Παραδείγματα
La ocasión merecía un brindis.
Η περίσταση άξιζε μια πρόποση.
02
ευκαιρία, καλή αγορά
producto o cosa que se vende a buen precio
Παραδείγματα
Busco ropa de ocasión para la fiesta.
Ψάχνω μεταχειρισμένα ρούχα για το πάρτι.



























