la ocasión
o
o
o
ca
ka
ka
sión
ˈsjon
syon
tensiónneutrónbutacóncolchón

Ορισμός και σημασία του "ocasión"στα ισπανικά

01

περίσταση, κατάλληλη στιγμή

momento o situación adecuada para algo 
la ocasión definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ocasiones
Παραδείγματα
La boda fue una ocasión muy especial. 

Ο γάμος ήταν μια πολύ ξεχωριστή περίσταση.

02

ευκαιρία, καλή αγορά

producto o cosa que se vende a buen precio 
el ocasión definition and meaning
Παραδείγματα
Compré este abrigo de ocasión. 

Αγόρασα αυτό το παλτό σε καλή τιμή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store