Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inquisidor
01
περίεργος, διερευνητικός
que muestra curiosidad excesiva o insistente por los asuntos ajenos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas inquisidor
συγκριτικός βαθμός
mas inquisidor
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inquisidor
αρσενικό πληθυντικό
inquisidores
θηλυκό ενικό
inquisidora
θηλυκό πληθυντικό
inquisidoras
Παραδείγματα
No me gusta su forma inquisidora de hablar.
Δεν μου αρέσει ο διερευνητικός τρόπος ομιλίας του.
El inquisidor
01
ανακριτής, εξεταστής
persona que investiga o juzga con autoridad, especialmente en contextos religiosos o históricos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
inquisidores
Παραδείγματα
El inquisidor buscaba confesiones.
Ο ιεροεξεταστής αναζητούσε εξομολογήσεις.



























