Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inscribir
01
εγγράφω, εγγράφομαι
apuntarse o registrarse en una actividad o lugar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
inscribo
γ΄ ενικό πρόσωπο
inscribe
ενεστώτα μετοχή
inscribiendo
απλός αόριστος
me inscribí
παθητική μετοχή
inscrito,inscripto
Παραδείγματα
Me inscribí en un curso de idiomas.
Εγγράφηκα σε ένα μάθημα γλωσσών.



























