Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inseguro
01
αβέβαιος, χωρίς αυτοπεποίθηση
que no tiene confianza en sí mismo o duda de sus capacidades
Παραδείγματα
La inseguridad puede afectar las relaciones personales.
Η ανασφάλεια μπορεί να επηρεάσει τις προσωπικές σχέσεις.



























