el insomnio
in
in
in
somn
ˈsomn
somn
io
jo
yo

Ορισμός και σημασία του "insomnio"στα ισπανικά

01

αϋπνία, διαταραχή ύπνου

dificultad para dormir o falta de sueño 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El insomnio lo mantiene despierto toda la noche. 

Η αϋπνία τον κρατά ξύπνιο όλη τη νύχτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store