Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
insalvable
01
ανυπέρβλητος, άλυτος
que no puede resolverse o superarse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
insalvable
αρσενικό πληθυντικό
insalvables
θηλυκό ενικό
insalvable
θηλυκό πληθυντικό
insalvables
Παραδείγματα
El conflicto parecía insalvable al principio.
Η σύγκρουση φαινόταν ανυπέρβλητη στην αρχή.



























