inorgánico

Ορισμός και σημασία του "inorgánico"στα ισπανικά

inorgánico
01

ανόργανος

relativo a sustancias que no están basadas principalmente en compuestos de carbono
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inorgánico
αρσενικό πληθυντικό
inorgánicos
θηλυκό ενικό
inorgánica
θηλυκό πληθυντικό
inorgánicas
Παραδείγματα
Los fertilizantes pueden ser orgánicos o inorgánicos.
Τα λιπάσματα μπορεί να είναι οργανικά ή ανόργανα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store