Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
imponer
01
επιβάλλω, εφαρμόζω
aplicar con autoridad una norma, obligación o castigo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
impongo
γ΄ ενικό πρόσωπο
impone
ενεστώτα μετοχή
imponiendo
απλός αόριστος
impuso
παθητική μετοχή
impuesto
Παραδείγματα
Impusieron sanciones por incumplir el contrato.
Επέβαλαν κυρώσεις για την παραβίαση της σύμβασης.



























