Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La existencia
01
ύπαρξη
hecho de estar vivo o presente en el mundo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La existencia de Dios ha sido debatida durante siglos.
Η ύπαρξη του Θεού έχει συζητηθεί για αιώνες.
02
ζωή, ύπαρξη
forma de vivir o periodo de vida de una persona
Παραδείγματα
La existencia humana es frágil y breve.
Η ανθρώπινη ύπαρξη είναι εύθραυστη και σύντομη.



























