el exilio
ex
ˈek
ek
il
sil
sil
io
jo
yo
emilio

Ορισμός και σημασία του "exilio"στα ισπανικά

01

εξορία, φυγή

situación de una persona obligada a vivir fuera de su país por razones políticas, sociales o legales 
el exilio definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El escritor vivió en exilio durante la dictadura. 

Ο συγγραφέας έζησε στην εξορία κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store