Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exigir
01
απαιτώ
pedir algo con autoridad o firmeza
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
exijo
γ΄ ενικό πρόσωπο
exige
ενεστώτα μετοχή
exigiendo
απλός αόριστος
exigió
παθητική μετοχή
exigido
Παραδείγματα
El contrato exige que se cumplan todas las cláusulas.
Η σύμβαση απαιτεί την εκπλήρωση όλων των όρων.



























