Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exiliar
01
εξορίζομαι, πηγαίνω στην εξορία
irse de un país propio por fuerza o decisión, generalmente por razones políticas o de persecución
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
exilio
γ΄ ενικό πρόσωπο
exilia
ενεστώτα μετοχή
exiliando
απλός αόριστος
exilió
παθητική μετοχή
exiliado
Παραδείγματα
El escritor se exilió tras la dictadura.
Ο συγγραφέας εξορίστηκε μετά τη δικτατορία.



























