exigir
exigir
eɣsixiɾ
eghsikhir
erigireximir

Ορισμός και σημασία του "exigir"στα ισπανικά

exigir
01

απαιτώ

pedir algo con autoridad o firmeza 
exigir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
exijo
γ΄ ενικό πρόσωπο
exige
ενεστώτα μετοχή
exigiendo
απλός αόριστος
exigió
παθητική μετοχή
exigido
Παραδείγματα
El sindicato exigió mejores condiciones laborales. 

Το συνδικάτο απαίτησε καλύτερες συνθήκες εργασίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store