Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exigir
01
απαιτώ
pedir algo con autoridad o firmeza
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
exijo
γ΄ ενικό πρόσωπο
exige
ενεστώτα μετοχή
exigiendo
απλός αόριστος
exigió
παθητική μετοχή
exigido
Παραδείγματα
El sindicato exigió mejores condiciones laborales.
Το συνδικάτο απαίτησε καλύτερες συνθήκες εργασίας.



























