Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
engañoso
01
παραπλανητικός, απατηλός
que induce a error o no muestra la realidad de forma clara
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas engañoso
συγκριτικός βαθμός
mas engañoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
engañoso
αρσενικό πληθυντικό
engañosos
θηλυκό ενικό
engañosa
θηλυκό πληθυντικό
engañosas
Παραδείγματα
El lenguaje engañoso puede manipular la opinión pública.
Η παραπλανητική γλώσσα μπορεί να χειραγωγήσει την κοινή γνώμη.



























