Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
engullir
01
καταπίνω, τρώω άπληστα
comer o beber algo de forma rápida, voraz y sin masticar bien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
engullo
γ΄ ενικό πρόσωπο
engulle
ενεστώτα μετοχή
engullendo
απλός αόριστος
engulló
παθητική μετοχή
engullido
Παραδείγματα
El niño engulló el helado antes de que se derritiera.
Το παιδί κατάπιε το παγωτό πριν λιώσει.
LanGeek



























