engullir

Ορισμός και σημασία του "engullir"στα ισπανικά

engullir
01

καταπίνω, τρώω άπληστα

comer o beber algo de forma rápida, voraz y sin masticar bien
engullir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
engullo
γ΄ ενικό πρόσωπο
engulle
ενεστώτα μετοχή
engullendo
απλός αόριστος
engulló
παθητική μετοχή
engullido
Παραδείγματα
Engulló el desayuno y salió corriendo hacia el trabajo.
Κατάπιε το πρωινό και βγήκε τρέχοντας για τη δουλειά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store