engullir
en
en
en
gu
gu
goo
llir
ˈʎiɾ
liir
esculpirexpandirprevenirdifundir

Ορισμός και σημασία του "engullir"στα ισπανικά

engullir
01

καταπίνω, τρώω άπληστα

comer o beber algo de forma rápida, voraz y sin masticar bien 
engullir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
engullo
γ΄ ενικό πρόσωπο
engulle
ενεστώτα μετοχή
engullendo
απλός αόριστος
engulló
παθητική μετοχή
engullido
Παραδείγματα
El niño engulló el helado antes de que se derritiera. 

Το παιδί κατάπιε το παγωτό πριν λιώσει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store