Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
engordar
[past form: engordé][present form: engordo]
01
παχαίνω
aumentar de peso o volverse más gordo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
engordo
γ΄ ενικό πρόσωπο
engorda
ενεστώτα μετοχή
engordando
απλός αόριστος
engordé
παθητική μετοχή
engordado
Παραδείγματα
¿ Has engordado o estás igual?
Παχαίνω ή είσαι ο ίδιος/η ίδια;



























