Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
engordar
01
παχαίνω
aumentar de peso o volverse más gordo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
engordo
γ΄ ενικό πρόσωπο
engorda
ενεστώτα μετοχή
engordando
απλός αόριστος
engordé
παθητική μετοχή
engordado
Παραδείγματα
He engordado unos kilos durante las vacaciones.
Πάχυνα μερικά κιλά στις διακοπές.



























