Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enganchar
01
προσλαμβάνω, απασχολώ
contratar a alguien para un trabajo o tarea
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
engancho
γ΄ ενικό πρόσωπο
engancha
ενεστώτα μετοχή
enganchando
απλός αόριστος
enganchó
παθητική μετοχή
enganchado
Παραδείγματα
Engancharon a un diseñador para el proyecto.
Engancharon έναν σχεδιαστή για το έργο.
02
εθίζομαι, παγιδεύομαι
volverse dependiente de una droga o sustancia
Παραδείγματα
Es fácil engancharse a la nicotina.
Είναι εύκολο να εθιστείς στη νικοτίνη.
03
κολλώ, παγιδεύομαι
quedar atrapado o enganchado físicamente en algo
Παραδείγματα
El gancho se enganchó en la cuerda fácilmente.
Το άγκιστρο αγκίστηκε εύκολα στο σχοινί.



























