Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enganchar
01
προσλαμβάνω, απασχολώ
contratar a alguien para un trabajo o tarea
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
engancho
γ΄ ενικό πρόσωπο
engancha
ενεστώτα μετοχή
enganchando
απλός αόριστος
enganchó
παθητική μετοχή
enganchado
Παραδείγματα
La empresa enganchó a cinco nuevos empleados.
Η εταιρεία προσέλαβε πέντε νέους υπαλλήλους.
02
εθίζομαι, παγιδεύομαι
volverse dependiente de una droga o sustancia
Παραδείγματα
Se enganchó a la cocaína.
Εθίστηκε στην κοκαΐνη.
03
κολλώ, παγιδεύομαι
quedar atrapado o enganchado físicamente en algo
Παραδείγματα
El abrigo se enganchó en la manilla de la puerta.
Το παλτό κολλήθηκε στο χερούλι της πόρτας.



























