Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enjuagar
[past form: enjuagué][present form: enjuago]
01
ξεπλένω, πλένω με καθαρό νερό
lavar algo con agua para quitarle jabón o suciedad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
enjuago
γ΄ ενικό πρόσωπο
enjuaga
ενεστώτα μετοχή
enjuagando
απλός αόριστος
enjuagué
παθητική μετοχή
enjuagado
Παραδείγματα
El niño se puso a enjuagar las manos con agua fresca.
Το παιδί άρχισε να ξεπλένει τα χέρια του με φρέσκο νερό.



























