Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enfurecer
01
εξοργίζω, κάνω κάποιον να θυμώσει πολύ
hacer que alguien sienta una ira muy intensa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
enfurezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
enfurece
ενεστώτα μετοχή
enfureciendo
απλός αόριστος
enfureció
παθητική μετοχή
enfurecido
Παραδείγματα
Nada enfurece más a mi profesor que el plagio.
Τίποτα δεν θυμώνει τον καθηγητή μου περισσότερο από το λογοκλοπή.



























