enfurecer
en
en
en
fu
fu
foo
re
ɾe
re
cer
ˈθeɾ
ther
enrarecerencarecerendurecer

Ορισμός και σημασία του "enfurecer"στα ισπανικά

enfurecer
01

εξοργίζω, κάνω κάποιον να θυμώσει πολύ

hacer que alguien sienta una ira muy intensa 
enfurecer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
enfurezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
enfurece
ενεστώτα μετοχή
enfureciendo
απλός αόριστος
enfureció
παθητική μετοχή
enfurecido
Παραδείγματα
Su mentira enfureció a todo el equipo. 

Το ψέμα του εξόργισε ολόκληρη την ομάδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store