embrujar
emb
emb
emb
ru
ɾu
roo
jar
ˈxaɾ
khar
embridarembromar

Ορισμός και σημασία του "embrujar"στα ισπανικά

embrujar
01

μαγεύω, γοητεύω

hacer un hechizo sobre alguien o algo para fascinarlo, encantarlo o influir mágicamente 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
embrujo
γ΄ ενικό πρόσωπο
embruja
ενεστώτα μετοχή
embrujando
απλός αόριστος
embrujó
παθητική μετοχή
embrujado
Παραδείγματα
La bruja logró embrujar al príncipe con su hechizo. 

Η μάγισσα κατάφερε να μαγέψει τον πρίγκιπα με το ξόρκι της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store