Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
embrujar
01
μαγεύω, γοητεύω
hacer un hechizo sobre alguien o algo para fascinarlo, encantarlo o influir mágicamente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
embrujo
γ΄ ενικό πρόσωπο
embruja
ενεστώτα μετοχή
embrujando
απλός αόριστος
embrujó
παθητική μετοχή
embrujado
Παραδείγματα
Aprendió a embrujar mediante libros y prácticas esotéricas.
Έμαθε να μαγεύει μέσα από βιβλία και αποκρυφιστικές πρακτικές.



























