embobado
em
ˌem
em
bo
bo
bo
ba
ˈβa
ba
do
ðo
dho
embalado

Ορισμός και σημασία του "embobado"στα ισπανικά

01

γοητευμένος, ερωτευμένος

completamente cautivado o enamorado de alguien 
embobado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más embobado
συγκριτικός βαθμός
más embobado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
embobado
αρσενικό πληθυντικό
embobados
θηλυκό ενικό
embobada
θηλυκό πληθυντικό
embobadas
Παραδείγματα
Está embobado con su nueva amiga. 

Είναι γοητευμένος με τη νέα του φίλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store