Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
embelesado
01
γοητευμένος, μαγεμένος
absorto o cautivado por algo que causa admiración
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más embelesado
συγκριτικός βαθμός
más embelesado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
embelesado
αρσενικό πληθυντικό
embelesados
θηλυκό ενικό
embelesada
θηλυκό πληθυντικό
embelesadas
Παραδείγματα
El público quedó embelesado con la actuación.
Το κοινό γοητεύτηκε από την παράσταση.



























