el embotellamiento
em
em
εμ
bo
bo
μπο
te
te
τε
lla
ʎa
λια
mien
ˈmien
μιεν
to
to
το
desconocimiento

Ορισμός και σημασία του "embotellamiento"στα ισπανικά

El embotellamiento
01

κυκλοφοριακή συμφόρηση, κυκλοφοριακό μποτιλιάρισμα

una acumulación densa de vehículos que detiene o ralentiza mucho el tráfico 
el embotellamiento definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
embotellamientos
Παραδείγματα
Evito esa carretera por los frecuentes embotellamientos. 

Αποφεύγω αυτόν τον δρόμο λόγω των συχνών κυκλοφοριακών συμφορήσεων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store