Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El embudo
01
χωνί
un utensilio con forma de cono y un tubo en la punta, usado para trasvasar líquidos o polvos a recipientes de boca estrecha
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
embudos
Παραδείγματα
Usé un embudo para llenar la botella de aceite sin derramar ni una gota.
Χρησιμοποίησα ένα χωνί για να γεμίσω το μπουκάλι με λάδι χωρίς να χύσω ούτε μια σταγόνα.



























