divisible

Ορισμός και σημασία του "divisible"στα ισπανικά

01

διαιρετός

que se puede separar o repartir en partes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más divisible
συγκριτικός βαθμός
más divisible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
divisible
αρσενικό πληθυντικό
divisibles
θηλυκό ενικό
divisible
θηλυκό πληθυντικό
divisibles
Παραδείγματα
La factura total es divisible por el número de clientes.
Ο συνολικός λογαριασμός είναι διαιρετός με τον αριθμό των πελατών.
02

διαιρούμενος

que puede ser separado o anulado sin afectar al resto del acuerdo
Παραδείγματα
El documento tiene disposiciones divisibles.
Το έγγραφο έχει διατάξεις διαιρούμενες.

Λεξικό Δέντρο

indivisible
divisible
divide
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store