Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El diálogo
01
διάλογος, συνομιλία
conversación entre dos o más personajes en una obra, película, libro u otra forma artística
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
diálogos
Παραδείγματα
La película tiene un diálogo muy natural.
LanGeek



























