Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El divorcio
[gender: masculine]
01
διαζύγιο, νομική λύση του γάμου
fin legal de un matrimonio
Παραδείγματα
El divorcio puede ser doloroso, pero a veces necesario.
Ο διαζύγιος μπορεί να είναι οδυνηρός, αλλά μερικές φορές απαραίτητος.



























