Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El diálogo
01
διάλογος, συνομιλία
conversación entre dos o más personajes en una obra, película, libro u otra forma artística
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
diálogos
Παραδείγματα
El diálogo cómico provocó muchas risas.



























