Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
divisible
01
διαιρετός
que se puede separar o repartir en partes
Παραδείγματα
La factura total es divisible por el número de clientes.
Ο συνολικός λογαριασμός είναι διαιρετός με τον αριθμό των πελατών.
02
διαιρούμενος
que puede ser separado o anulado sin afectar al resto del acuerdo
Παραδείγματα
El documento tiene disposiciones divisibles.
Το έγγραφο έχει διατάξεις διαιρούμενες.
Λεξικό Δέντρο
indivisible
divisible
divide



























