Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desolar
01
εξοντώνω
causar una gran destrucción a algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
desolo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desola
ενεστώτα μετοχή
desolando
απλός αόριστος
desoló
παθητική μετοχή
desolado
Παραδείγματα
La tormenta desoló toda la ciudad.
Η καταιγίδα κατέστρεψε ολόκληρη την πόλη.
02
λυπώ, καταθλίβω
causar gran angustia o tristeza a alguien
Παραδείγματα
La noticia de su despedida desoló a todos los presentes.
Η είδηση της απόλυσής του θλίψε όλους τους παρόντες.



























