Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desilusionar
01
απογοητεύω
quitar la ilusión, la esperanza o la confianza de alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desilusiono
γ΄ ενικό πρόσωπο
desilusiona
ενεστώτα μετοχή
desilusionando
απλός αόριστος
desilusionó
παθητική μετοχή
desilusionado
Παραδείγματα
La noticia desilusionó a todos los estudiantes.
Η είδηση απογοήτευσε όλους τους φοιτητές.



























