Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desilusionar
01
απογοητεύω
quitar la ilusión, la esperanza o la confianza de alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desilusiono
γ΄ ενικό πρόσωπο
desilusiona
ενεστώτα μετοχή
desilusionando
απλός αόριστος
desilusionó
παθητική μετοχή
desilusionado
Παραδείγματα
La derrota del equipo desilusionó a los aficionados.
Η ήττα της ομάδας απογοήτευσε τους οπαδούς.



























