Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La desigualdad
[gender: feminine]
01
ανισότητα
falta de igualdad entre personas, grupos o situaciones
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La desigualdad en el sistema de salud preocupa a los ciudadanos.
Η ανισότητα στο σύστημα υγείας ανησυχεί τους πολίτες.



























