el desierto
des
ˈdes
des
ier
jeɾ
yer
to
to
to
desaciertodespierto

Ορισμός και σημασία του "desierto"στα ισπανικά

01

έρημος, έρημος

lugar muy seco con poca o ninguna agua y poca vegetación 
el desierto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
desiertos
Παραδείγματα
El desierto es muy caliente. 

Η έρημος είναι πολύ ζεστή.

01

άδειος, έρημος

que está vacío o sin gente 
desierto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más desierto
συγκριτικός βαθμός
más desierto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desierto
αρσενικό πληθυντικό
desiertos
θηλυκό ενικό
desierta
θηλυκό πληθυντικό
desiertas
Παραδείγματα
El parque está desierto hoy. 

Το πάρκο είναι έρημο σήμερα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store