Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El desierto
[gender: masculine]
01
έρημος, έρημος
lugar muy seco con poca o ninguna agua y poca vegetación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
desiertos
Παραδείγματα
El desierto es un lugar seco.
Η έρημος είναι ένας ξηρός τόπος.
desierto
01
άδειος, έρημος
que está vacío o sin gente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más desierto
συγκριτικός βαθμός
más desierto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desierto
αρσενικό πληθυντικό
desiertos
θηλυκό ενικό
desierta
θηλυκό πληθυντικό
desiertas
Παραδείγματα
La playa estaba desierta en invierno.
Η παραλία ήταν έρημη το χειμώνα.



























