Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deshogado
01
άνετος, ευρύχωρος
que permite sentirse relajado y sin presión física o de espacio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas desahogado
συγκριτικός βαθμός
mas desahogado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desahogado
αρσενικό πληθυντικό
desahogados
θηλυκό ενικό
desahogada
θηλυκό πληθυντικό
desahogadas
Παραδείγματα
La cama era desahogada y agradable.
Το κρεβάτι ήταν ευρύχωρο και ευχάριστο.



























