Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deshabitado
01
ακατοίκητος
que no tiene habitantes o está vacío de población
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más deshabitado
συγκριτικός βαθμός
más deshabitado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
deshabitado
αρσενικό πληθυντικό
deshabitados
θηλυκό ενικό
deshabitada
θηλυκό πληθυντικό
deshabitadas
Παραδείγματα
Muchas zonas rurales están deshabitadas.
Πολλές αγροτικές περιοχές είναι ακατοίκητες.



























