Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desentonar
01
δεν ταιριάζω, δεν εναρμονίζομαι
no encajar o no armonizar con el conjunto en sonido, estilo o situación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desentono
γ΄ ενικό πρόσωπο
desentona
ενεστώτα μετοχή
desentonando
απλός αόριστος
desentonó
παθητική μετοχή
desentonado
Παραδείγματα
Ese color desentona con el resto del salón.
Αυτό το χρώμα δεν ταιριάζει με το υπόλοιπο σαλόνι.
02
παραφωνώ, είμαι εκτός τόνου
cantar o tocar sin afinación correcta respecto a otros sonidos
Παραδείγματα
El cantante desentona en algunas notas.
Ο τραγουδιστής παραφωνεί σε μερικές νότες.



























